Στη ριζική αναμόρφωση του σχεδίου νόμου για τα εγκαταλειμμένα, κενά και αγνώστων ιδιοκτητών κτίρια προχωρά το υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας. Προωθεί αλλαγές στη νομοθετική πρόταση που είχε παρουσιαστεί στις 28.11.2014 επί κυβέρνησης ΝΔ - ΠαΣοΚ, καθώς υπήρξαν έντονες αντιδράσεις από τους ιδιοκτήτες διατηρητέων και άλλους φορείς, οι οποίοι είχαν καταγγείλει τις προωθούμενες ρυθμίσεις ως αντισυνταγματικές.
Monday, April 18, 2016
Με συναίνεση θα αλλάζουν χέρια εγκαταλελειμμένα και κενά κτίρια
Στη ριζική αναμόρφωση του σχεδίου νόμου για τα εγκαταλειμμένα, κενά και αγνώστων ιδιοκτητών κτίρια προχωρά το υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας. Προωθεί αλλαγές στη νομοθετική πρόταση που είχε παρουσιαστεί στις 28.11.2014 επί κυβέρνησης ΝΔ - ΠαΣοΚ, καθώς υπήρξαν έντονες αντιδράσεις από τους ιδιοκτήτες διατηρητέων και άλλους φορείς, οι οποίοι είχαν καταγγείλει τις προωθούμενες ρυθμίσεις ως αντισυνταγματικές.
Sunday, December 28, 2008
Η μάχη για το Κέντρο (…και το Δέντρο)
Tου Τάκη Καμπύλη, Η Καθημερινή, 28/12/2008
Ο πρώτος φοιτητής που πήρε το διδακτορικό του στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας αλλιώς θα ονειρευόταν τη ζωή του. Ομως στην Αθήνα του 1843 ο πρώτος φοιτητής του πρώτου ελληνικού πανεπιστημίου που αποφοίτησε, ο Αναστάσιος Γούδας (από την Ιατρική), φυλακίσθηκε, κακοποιήθηκε και τελικά αυτοεξορίσθηκε στη Σμύρνη και μετά τα βήματά του χάθηκαν κάπου στην Ευρώπη. Αιτία η αντιοθωνική δράση του, την ίδια χρονιά που ο Οθωνας εξαναγκάσθηκε σε παραχώρηση Συντάγματος.
Το Πανεπιστήμιο στη νέα Αθήνα του Οθωνα και τα Ανάκτορα, μαζί τοποθετημένα στο Κέντρο της πρωτεύουσας, διαμόρφωσαν έκτοτε με πολύ ιδιαίτερο τρόπο την έννοια του δημόσιου χώρου και της σχέσης του με την πολιτική. Το κέντρο της Αθήνας βίωσε ήδη από τότε αυτό που λέγεται διεκδίκηση του δημόσιου χώρου. Οχι ως τόπου αλλά ως έννοιας.
Αλλοτε ως η (δυνητική) απονομιμοποίηση των κοινωνικών ανισοτήτων με την άνευ όρων συμμετοχή στον δημόσιο χώρο όλων των πολιτών ανεξαρτήτως οικονομικών ή άλλων διαφορών. Και άλλοτε (ή και ταυτόχρονα) ώς η βιτρίνα της κεντρικής εξουσίας. Το Κέντρο λειτούργησε στις μεγάλες πόλεις (της ύστερης νεωτερικότητας) και ως η προβολή της εικόνας που έχει στο φαντασιακό της η κοινωνία για τον εαυτό της.
Για παράδειγμα, ήταν μεγάλη η συζήτηση στον 19ο αιώνα για την Αθήνα. Και αφορούσε ακριβώς αυτή την εικόνα. Η εθνική αφήγηση είχε ξεκαθαρίσει (και επιβάλει) την ευρωπαϊκή προοπτική του νεοαπελευθερωθέντος Βασιλείου. Η Αθήνα έπρεπε λοιπόν να μοιάζει με ευρωπαϊκή πρωτεύουσα αλλά την εμπόδιζαν τα δεινά του πολέμου. Χιλιάδες χήρες και ορφανά είχαν συγκεντρωθεί στην πόλη. Η πρωτοφανής σε έκταση επαιτεία και «αλητεία» επιχειρήθηκε να αντιμετωπιστεί με διάφορους τρόπους. Κάποτε τόσο σκληρούς, ιδίως απέναντι στους φρενοβλαβείς, οπότε αντέδρασε και ο Κωστής Παλαμάς σε άρθρο του (το 1883) με τίτλο «Αι Αθήναι αγαπώσι τους τρελλούς των», καταγγέλλοντας (σημειώνει ο ιστορικός Βαγγέλης Καραμανωλάκης) τον πιθανό εγκλεισμό των ανθρώπων αυτών στο Ψυχιατρείο.
Η εικόνα για το Κέντρο, η διαμόρφωσή του ως δημόσιου χώρου και -κατ’ επέκταση- η προνομιακή πρόσβαση σ’ αυτό ή ο αποκλεισμός από αυτό, συντήρησαν έναν διάλογο που επιχειρήθηκε να κλείσει πολύ αργότερα, επί Μεταξά, με την πόλη-θέαμα. Οι μεγάλες παρελάσεις μελανοχιτώνων στη Ρώμη και των «Ταγμάτων Εργασίας» στο Βερολίνο σήμαιναν ακριβώς αυτό: Τη συμβολική κατάληψη του Κέντρου της πόλης, δηλαδή του σημαντικότερου δημόσιου χώρου της κοινωνίας.
Η πρακτική επανέρχεται και σήμερα στη Γερμανία και αποτελεί το κύριο χαρακτηριστικό της δράσης των νεοναζιστών. Ιδίως στις μεγάλες (πρώην ανατολικογερμανικές) πόλεις ο πρώτος και κυρίαρχος στόχος είναι η κατάληψη μιας πλατείας. Ετσι σηματοδοτούν την ισχύ τους και την εγκατάστασή τους ως εξουσία στην ευρύτερη περιοχή.
Επίσης μια άλλη συμβολική χρήση του δημόσιου χώρου εκφράστηκε και από τις φαραωνικές παρελάσεις που διοργάνωναν τα ολοκληρωτικά καθεστώτα στα Κέντρα των πόλεων.
Το κέντρο μιας πόλης δεν είναι ουδέτερο. Κι αν στην πολιτική η έννοια εκφράζει από τη μέση οδό μέχρι το «τίποτα», στον Χώρο τα πράγματα είναι διαφορετικά. Εκεί η εξουσία ασκείται σχεδόν πάντα με αποκλεισμούς.
Η κατάληψη του Κέντρου είναι μία σαφής άσκηση εξουσίας από την πλευρά εκείνου που το επιδιώκει. Και σε κάθε περίπτωση (στη Δημοκρατία) το υπό κατάληψη κέντρο παύει να είναι δημόσιος χώρος. Είναι τότε που ζητείται η επιστροφή του πολίτη και όχι του καταναλωτή, του εμπόρου ή του διαδηλωσία.
Το Κέντρο της Αθήνας βίωσε για μέρες αυτόν τον αποκλεισμό. Ομως, πολιτικά, ουδείς το επαναδιεκδίκησε ως δημόσιο χώρο παρά ως εμπορική περιοχή ή ως «αλάνα» οργής ή ως αποκατάσταση της τρωθείσης κεντρικής εξουσίας. Στο «παιχνίδι» γύρω από το Κέντρο της πόλης έχουν μείνει λίγοι παίκτες. Οσο λιγότεροι οι «παίκτες» τόσο πιο βαρετό το παιχνίδι, τόσο πιο ξένο και αδιάφορο για τους πολλούς. Και στο αθηναϊκό Κέντρο, εδώ και χρόνια «παίζουν» λίγοι.
Ενα παράδειγμα ενός άλλου «παιχνιδιού», όπου συμμετείχαν οι πολλοί προσδοκώντας τη συμμετοχή ακόμη περισσότερων αλλά κυρίως τη διασφάλιση του Κέντρου ως δημόσιου χώρου έχει να κάνει με τη διαμόρφωση του Κέντρου μιας σημαντικής πόλης της Ανατολικής Μεσογείου.
Τον Φεβρουάριο του 1846 ξεκίνησε στην Ερμούπολη της Σύρου ένα (ακόμη και σήμερα) μοναδικό στον ελλαδικό χώρο πρόγραμμα διαμόρφωσης αστικού περιβάλλοντος. Αφορούσε τον «καλλωπισμό» του Κέντρου της πόλης, αλλά η έννοια τότε (όπως σημειώνει σε έρευνά της η ιστορικός Αγγελική Φενέρλη) σήμαινε κυρίως μέτρα δημόσιας υγιεινής και αναβάθμισης των δημόσιων χώρων.
Η μοναδικότητα του προγράμματος έγκειται τόσο στους φορείς όσο και στον τρόπο χρηματοδότησης. Τα πενιχρά οικονομικά μέσα του Ελληνικού κράτους δεν επέτρεπαν την παραμικρή ελπίδα χρηματοδότησης. Τότε πήραν την κατάσταση στα χέρια τους οι αστοί της πόλης και χρηματοδότησαν τη δημιουργία μερικών από τα ωραιότερα σήμερα διατηρητέα της πόλης τα οποία διεύρυναν τα όρια και την αίγλη του κέντρου της Ερμούπολης.
«Το κύριο βάρος του εκσυγχρονισμού, σημειώνει στην έρευνά της η Αγγελική Φενέρλη, αποτέλεσε για τους εμπόρους η κατασκευή κάποιων κοινωφελών κτιρίων, όπως το Κρεοπωλείο-Ιχθυοπωλείο, το Αρτοπωλείο - Λαχανοπωλείο και η Μπούρσα (εννοείται η κατοπινή Λέσχη των εμπόρων). Σήμερα, όσα από τα κτίρια αυτά σώζονται (…) αποτελούν με το μεταγενέστερο Δημαρχείο, ίσως τα λαμπρότερα οικοδομήματα της Ερμούπολης».
Η χρηματοδότηση εξασφαλίστηκε από τον ιδιωτικό τομέα με την εγγραφή μετόχων και την έκδοση μετοχών. «Πρόκειται, σημειώνεται στην έρευνα, για μία ασυνήθιστη, τότε, πρακτική στην Ελλάδα (…) Για τη συγκέντρωση του κεφαλαίου ανοικοδόμησης εκδόθηκαν 100 μετοχές αξίας 500 δραχμών η μία. Ο χρόνος διάλυσης της εταιρείας δεν αναφέρεται ρητά, φαίνεται όμως ότι επαφιόταν στη διακριτική ευχέρεια του Δήμου να καθορίσει τον χρόνο εξαγοράς των μετοχών και έτσι απέβαινε κύριος του ακινήτου. Η αποπληρωμή των μετοχών συνδεόταν με την εκμετάλλευση των μαγαζιών και το προσδοκώμενο κέρδος από την ενοικίασή τους (…) Ολα εξελίχθηκαν ομαλά. Το κτίριο του Κρεοπωλείου ολοκληρώθηκε σε ένα χρόνο και η αποπληρωμή του κεφαλαίου έγινε σε πέντε χρόνια, το 1852».
Ηταν όλοι σ’ αυτή την προσπάθεια: Οι έμποροι, τα σωματεία, οι τοπικές εφημερίδες, ο Δήμος κι ένα ανήμπορο κράτος. Αλλά η Σύρος της πρώτης στην Ελλάδα εργατικής απεργίας, η Σύρος των «σαινσιμονιστών» κι αυτή του αστικού εκσυγχρονισμού δεν μιλούσαν κοινή γλώσσα. Διασφάλισαν όμως τον χώρο για να περιφρουρήσουν τη συμμετοχή όλων στη μάχη της δημοκρατίας.
Ευτυχώς δεν ήταν Χριστούγεννα, όπως τα φετινά οπότε και ακούσαμε τον δήμαρχο να συμβολοποιεί τον μεγαλύτερο δημόσιο χώρο της Αθήνας με τους καταναλωτές και με το χριστουγεννιάτικο δέντρο.
Το Δέντρο δεν μετατρέπει έναν χώρο σε δημόσιο. Ούτε το κάνουν μερικές ζαρτινιέρες (ξύλινες!) στους γύρω δρόμους και κάποσα λαμπιόνια. Ούτε οι εκκλήσεις του δημάρχου.
Το Κέντρο προϋποθέτει ισότητα πρόσβασης για όλους τους πολίτες. Από τη διαμαρτυρία μέχρι (και) την κατανάλωση. Προϋποθέτει ευκαιρίες που δεν βρίσκει κανείς ούτε στα τηλεπαράθυρα ούτε στα Mall.
Ιnfo
- Χρήστου Λάζου «Ελληνικό φοιτητικό κίνημα 1821-1973» Αθήνα 1987, εκδ. Γνώση.
- Εταιρεία Μελέτης Νέου Ελληνισμού (πρακτικά του β΄ διεθνούς συνεδρίου) «Η πόλη στους νεότερους χρόνους», Αθήνα 2000.
- Max Weber «Οικονομία και Κοινωνία - Η Πόλη», Αθήνα 2008, εκδ. Σαββάλας.
- Henry Lefevre «Δικαίωμα στην Πόλη», Αθήνα 2007, εκδ. Κουκίδα.
- Deborah Stevenson «Πόλεις και αστικοί πολιτισμοί», Αθήνα 2006, εκδ. Κριτική.
Friday, October 31, 2008
«Στην Ηλιούπολη… δεν πάμε πλατεία»
«Ζω εδώ από επιλογή. Μου αρέσει, είναι μια γειτονιά με πράσινο και πολύ κοντά στη θάλασσα. Είναι φωτεινή γειτονιά. Ηρθα εδώ ύστερα από ένα χωρισμό και δεν θέλω να αλλάξω περιοχή».
Στη γειτονιά του οι νεραντζιές κάνουν παρέλαση στα πεζοδρόμια. Οι ελιές… ανταγωνίζονται τις λεμονιές, που οι κάτοικοι φροντίζουν προσωπικά. «Καθένας έχει τα δέντρα του, ο γείτονάς μου έχει λεμονιές και τις φροντίζει. Δεν είναι για τα λεμόνια, είναι η αίσθηση πως αυτό το κάθε δέντρο είναι μέρος της ζωής του, της οικογένειάς του».
Βγαίνουμε στους δρόμους. Η εικόνα από τις πολυκατοικίες, αλλά και τις ανεγειρόμενες οικοδομές οδηγεί τη συζήτηση στο… τσιμέντο. «Εδώ μέχρι και πριν λίγο καιρό υπήρχαν μονοκατοικίες. Νοικοκυρεμένα πράγματα, με τους κήπους, τα λουλούδια, το τραπεζάκι στην αυλή. Σιγά σιγά χάνονται. Τους Ελληνες τους θέλγει το τσιμέντο, φαίνεται. Από την άλλη μεριά, υπάρχει οικονομική κρίση. Βλέπεις, ο γονιός πουλάει τη μονοκατοικία του για να μπορέσει να εξασφαλίσει το παιδί του με ένα διαμέρισμα και μια γκαρσονιέρα για τον ίδιο. Ειδικά τα τελευταία χρόνια, η έννοια της αντιπαροχής προδίδει και τα οικονομικά κάποιου ανθρώπου. Δεν είναι κανείς τρελός ούτε τόσο φιλοχρήματος ώστε να δώσει ένα ονειρεμένο σπιτάκι για να γίνει τσιμέντο. Κάποια ανάγκη υπάρχει. Βέβαια, υπάρχουν και εξαιρέσεις…».
Φτάνουμε στην κεντρική πλατεία της Ηλιούπολης. «Εδώ γίνεται χαμός» λέει ο ηθοποιός. «Υπάρχει περίπτωση να χρειαστείς τρία τέταρτα για να κάνεις το γύρο της πλατείας. Αλλά μόνο εδώ υπάρχει κυκλοφοριακό πρόβλημα. Η πλατεία είναι προς αποφυγή. Οποιος δεν το ξέρει, μπορεί να χάσει χρόνο περιμένοντας με αναμμένη μηχανή. Θα σου αναφέρω κάτι που μου έχει κάνει εντύπωση. Υπάρχει μια άλλη πλατεία, τα Κανάρια, που οι ντόπιοι τη λένε “Τράπεζα”, γιατί εκεί είναι συγκεντρωμένες όλες οι τράπεζες της περιοχής. Είναι σοφοί οι ντόπιοι - μια πλατεία μόνο με τράπεζες!».
Η γειτονιά του ηθοποιού ευτυχώς δεν είναι ακόμη τόσο πυκνοκατοικημένη. Ανάμεσα από τις πολυκατοικίες ξεφυτρώνουν ακόμη μικρές μονοκατοικίες. «Εδώ είμαστε σαν ένα μεγάλο χωριό. Γνωριζόμαστε μεταξύ μας. Λέμε “πάω έξω” και εννοούμε στην πλατεία. Οπως ακριβώς στο χωριό μας. Μου αρέσει αυτή η γειτονιά. Βλέπεις βουνό, θάλασσα. Αυτό για μένα, που είμαι χειμερινός κολυμβητής, είναι βασικό. Σε δέκα λεπτά φτάνεις στη θάλασσα. Εδώ η αίσθηση της γειτονιάς, που όλοι την έχουμε ανάγκη, είναι ισχυρή. Αφήνω τα κλειδιά στο γείτονα και δεν ανησυχώ.
Ξέρουμε ακόμη και πού αφήνει ο καθένας το αυτοκίνητό του και δεν παρκάρουμε εκεί. Υπάρχει σεβασμός, κάτι σαν μια σιωπηλή συμφωνία για τα όρια του άλλου, που έχει το δικαίωμα να θεωρεί ένα κομμάτι από το πεζοδρόμιο ή το δρόμο δικό του. Εδώ η γειτονιά είναι θεσμός και μάλιστα με ισχύ».
Στην Ηλιούπολη οι δρόμοι είναι φαρδιοί και τα πεζοδρόμια θυμίζουν ευρωπαϊκές συνοικίες. «Η πόλη σχεδιάστηκε καλά. Αν εξαιρέσεις κάποια πράγματα, είναι μια ιδανική γειτονιά. Εχουμε πράσινο, γίνεται ανακύκλωση. Ισως όχι σε τέλειο βαθμό, αλλά σίγουρα είμαστε πολύ μπροστά. Εχουμε οικολογική συνείδηση και αυτό φαίνεται. Βλέπω τους γείτονές μου να συγκεντρώνουν χωριστά τα σκουπίδια που ανακυκλώνονται. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι δεν θα μπορούσαν να γίνουν περισσότερα για την καθαριότητα ή για τους δρόμους που έχουν παντού μπαλώματα. Ομως πιστεύω ότι η μεγαλύτερη ευθύνη βαρύνει εμάς τους πολίτες. Πάω και πετάω τα σκουπίδια όπου γουστάρω ή διπλοπαρκάρω το αυτοκίνητο, όχι μόνο αδιαφορώντας, αλλά ασκώντας και κριτική με κάθε ευκαιρία στο δήμαρχο ή στην εξουσία. Γιατί, ρε φίλε…;».
Ο Γιώργος Γιαννόπουλος μεγάλωσε στην επαρχία. Η παιδική του ηλικία είναι συνυφασμένη με την εξοχή. Θέλει να πάμε να δούμε το ρέμα της Πικροδάφνης, παραδομένο σήμερα στη μεθοδευμένη τσιμεντοποίηση, όπως λέει. «Είναι μια περίεργη ιστορία. Ακούω από παλιούς κατοίκους της περιοχής για το φοβερό αυτό ρέμα, για την ομορφιά του, για τα πουλιά που ζούσαν εδώ.
Θυμούνται ακόμη και τους ανεμόμυλους που υπήρχαν. Σήμερα είναι τραγική η κατάστασή του, έχει μπαζωθεί το μεγαλύτερο μέρος του. Μα γίνεται να μπαζώνεις κάθε σπιθαμή χώματος; Δεν ξέρω, μάλλον δεν αντέχουμε την επαφή με το χώμα, με τη γη. Τι να πω; Ακόμη και στη σημερινή του κατάσταση, μπορούν να γίνουν πολλά για να βελτιωθεί. Να γίνει μιας μορφής υδροβιότοπος, έστω με βατράχια, με ψάρια. Δεν ξέρω, δεν είμαι ειδικός, αλλά σίγουρα μπορεί να γίνει κάτι. Ας αποθηκεύουν το βρόχινο νερό με τέτοιο τρόπο που να μπορούν να φτιάξουν μια τεχνητή λιμνούλα… Αντέδρασαν πάντως οι κάτοικοι και ως ένα βαθμό έχει σταματήσει η τσιμεντοποίηση.
Ομως ακούγονται διάφορα για πλατείες, για χώρο στάθμευσης. Μέχρι πότε θα πηγαίνουμε κόντρα στη φύση και στα στοιχεία της; Φαντάσου ότι το ΥΠΕΧΩΔΕ το έχει χαρακτηρίσει ως χώρο ιδιαίτερου περιβαλλοντικού ενδιαφέροντος και παρ’ όλα αυτά έχει μπαζωθεί, η Ορνιθολογική Εταιρία έκανε λόγο για μεταναστευτικό χώρο των πουλιών και το ρέμα καταστρέφεται.
Ευτυχώς, επενέβη το ΣτΕ και σταμάτησαν κάποιες ενέργειες. Δραστηριοποιήθηκαν οι πολίτες και έδειξαν ότι ο πολίτης που δεν εφησυχάζει μπορεί να καταφέρει αρκετά»
- Ανάσα ο Υμηττός
ΚΑΡΑΔΗΜΑ ΚΑΤΕΡΙΝΑ, Ελεύθερος Τύπος, Παρασκευή, 31.10.08
Friday, September 12, 2008
ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΡΓΑ ΤΕΧΝΗΣ - ΟΥΤΟΠΙΑ 'Η ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ;
«Πίσω από το έργο καλλιτεχνών που έφτιαξαν κάτι με γνώμονα το κοινωνικό συμφέρον υπήρχε ένα όραμα, το ενδιαφέρον για την κοινωνική πρόοδο και αλληλεγγύη, που το οδηγούσε ένα βαθύτερο αίσθημα αγάπης προς τον άνθρωπο» λέει στην «Ε» η εικαστικός Ελένη Πολυχρονάτου |
- Γιατί επιλέξατε αυτό το θέμα;
Το 1982, η Agnes Denes διαμόρφωσε ένα χωράφι με σιτάρι στο εμπορικό κέντρο του κόσμου: ένα τετράγωνο μακριά απ' τη Wall Street, με θέα το Αγαλμα της Ελευθερίας. Το έργο της, σχόλιο στην παγκόσμια πείνα, υπενθύμιζε ότι στο ταπεινό χώμα οφείλεται η βλάστηση, το ουσιαστικό μέσο διατήρησης της ζωής |
- Μπορεί να συμβάλλει ακόμη και στη μείωση των ανισοτήτων;
- Ποιες άλλες μορφές μπορούν να πάρουν τα έργα με κοινωνικό χαρακτήρα;
Ο J. Beuys στην πενταετούς διάρκειας φύτευση 7.000 βελανιδιών στα εγκαίνια της 7ης Documenta το 1982. Το έργο που άλλαξε τη φυσική κατάσταση και εικόνα της περιοχής, τελείωσε μετά τον θάνατό του |
Η λεωφόρος Μάρτιν Λούθερ Κινγκ το 1990 πριν τη δενδροφύτευση |
Ο Andy Lipkis, πρόεδρος της οργάνωσης «Tree People» που ίδρυσε, στον ίδιο δρόμο, 18 χρόνια αργότερα |
- Πότε το όραμα αρχίζει να γίνεται πράξη;
Πώς το αντιμετώπισαν;
Το όραμα του Hundertwasser για πράσινες οροφές υλοποιημένο σε σπίτια που σχεδίασε στη Βιέννη |
- Ποια είναι η συνέχεια στον 21ο αιώνα;
- Υπάρχει κάποιο συμπέρασμα από αυτή την έρευνα που διήρκεσε επτά χρόνια;
Ακόμη, στην εργασία αυτή εντάσσονται καλλιτέχνες και καλλιτέχνιδες από την Ελλάδα που είτε ζουν στο εξωτερικό είτε εργάζονται στον τόπο μας, στην τελευταία περίπτωση υπό σαφώς δυσμενέστερες συνθήκες. Επίσης η εισηγητική επιτροπή την αποτιμά ως μια «αξιόλογη εισφορά στην ελληνόγλωσση βιβλιογραφία για τη σύγχρονη τέχνη».