Showing posts with label Πόλη. Show all posts
Showing posts with label Πόλη. Show all posts

Monday, April 18, 2016

Με συναίνεση θα αλλάζουν χέρια εγκαταλελειμμένα και κενά κτίρια

ΜΑΧΗ ΤΡΑΤΣΑ, ΤΟ ΒΗΜΑ:19/04/2016

 Με συναίνεση θα αλλάζουν χέρια εγκαταλελειμμένα και κενά κτίρια

Στη ριζική αναμόρφωση του σχεδίου νόμου για τα εγκαταλειμμένα, κενά και αγνώστων ιδιοκτητών κτίρια προχωρά το υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας. Προωθεί αλλαγές στη νομοθετική πρόταση που είχε παρουσιαστεί στις 28.11.2014 επί κυβέρνησης ΝΔ - ΠαΣοΚ, καθώς υπήρξαν έντονες αντιδράσεις από τους ιδιοκτήτες διατηρητέων και άλλους φορείς, οι οποίοι είχαν καταγγείλει τις προωθούμενες ρυθμίσεις ως αντισυνταγματικές.

Sunday, December 28, 2008

Η μάχη για το Κέντρο (…και το Δέντρο)

Tου Τάκη Καμπύλη, Η Καθημερινή, 28/12/2008

Ο πρώτος φοιτητής που πήρε το διδακτορικό του στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας αλλιώς θα ονειρευόταν τη ζωή του. Ομως στην Αθήνα του 1843 ο πρώτος φοιτητής του πρώτου ελληνικού πανεπιστημίου που αποφοίτησε, ο Αναστάσιος Γούδας (από την Ιατρική), φυλακίσθηκε, κακοποιήθηκε και τελικά αυτοεξορίσθηκε στη Σμύρνη και μετά τα βήματά του χάθηκαν κάπου στην Ευρώπη. Αιτία η αντιοθωνική δράση του, την ίδια χρονιά που ο Οθωνας εξαναγκάσθηκε σε παραχώρηση Συντάγματος.

Το Πανεπιστήμιο στη νέα Αθήνα του Οθωνα και τα Ανάκτορα, μαζί τοποθετημένα στο Κέντρο της πρωτεύουσας, διαμόρφωσαν έκτοτε με πολύ ιδιαίτερο τρόπο την έννοια του δημόσιου χώρου και της σχέσης του με την πολιτική. Το κέντρο της Αθήνας βίωσε ήδη από τότε αυτό που λέγεται διεκδίκηση του δημόσιου χώρου. Οχι ως τόπου αλλά ως έννοιας.

Αλλοτε ως η (δυνητική) απονομιμοποίηση των κοινωνικών ανισοτήτων με την άνευ όρων συμμετοχή στον δημόσιο χώρο όλων των πολιτών ανεξαρτήτως οικονομικών ή άλλων διαφορών. Και άλλοτε (ή και ταυτόχρονα) ώς η βιτρίνα της κεντρικής εξουσίας. Το Κέντρο λειτούργησε στις μεγάλες πόλεις (της ύστερης νεωτερικότητας) και ως η προβολή της εικόνας που έχει στο φαντασιακό της η κοινωνία για τον εαυτό της.

Για παράδειγμα, ήταν μεγάλη η συζήτηση στον 19ο αιώνα για την Αθήνα. Και αφορούσε ακριβώς αυτή την εικόνα. Η εθνική αφήγηση είχε ξεκαθαρίσει (και επιβάλει) την ευρωπαϊκή προοπτική του νεοαπελευθερωθέντος Βασιλείου. Η Αθήνα έπρεπε λοιπόν να μοιάζει με ευρωπαϊκή πρωτεύουσα αλλά την εμπόδιζαν τα δεινά του πολέμου. Χιλιάδες χήρες και ορφανά είχαν συγκεντρωθεί στην πόλη. Η πρωτοφανής σε έκταση επαιτεία και «αλητεία» επιχειρήθηκε να αντιμετωπιστεί με διάφορους τρόπους. Κάποτε τόσο σκληρούς, ιδίως απέναντι στους φρενοβλαβείς, οπότε αντέδρασε και ο Κωστής Παλαμάς σε άρθρο του (το 1883) με τίτλο «Αι Αθήναι αγαπώσι τους τρελλούς των», καταγγέλλοντας (σημειώνει ο ιστορικός Βαγγέλης Καραμανωλάκης) τον πιθανό εγκλεισμό των ανθρώπων αυτών στο Ψυχιατρείο.

Η εικόνα για το Κέντρο, η διαμόρφωσή του ως δημόσιου χώρου και -κατ’ επέκταση- η προνομιακή πρόσβαση σ’ αυτό ή ο αποκλεισμός από αυτό, συντήρησαν έναν διάλογο που επιχειρήθηκε να κλείσει πολύ αργότερα, επί Μεταξά, με την πόλη-θέαμα. Οι μεγάλες παρελάσεις μελανοχιτώνων στη Ρώμη και των «Ταγμάτων Εργασίας» στο Βερολίνο σήμαιναν ακριβώς αυτό: Τη συμβολική κατάληψη του Κέντρου της πόλης, δηλαδή του σημαντικότερου δημόσιου χώρου της κοινωνίας.

Η πρακτική επανέρχεται και σήμερα στη Γερμανία και αποτελεί το κύριο χαρακτηριστικό της δράσης των νεοναζιστών. Ιδίως στις μεγάλες (πρώην ανατολικογερμανικές) πόλεις ο πρώτος και κυρίαρχος στόχος είναι η κατάληψη μιας πλατείας. Ετσι σηματοδοτούν την ισχύ τους και την εγκατάστασή τους ως εξουσία στην ευρύτερη περιοχή.

Επίσης μια άλλη συμβολική χρήση του δημόσιου χώρου εκφράστηκε και από τις φαραωνικές παρελάσεις που διοργάνωναν τα ολοκληρωτικά καθεστώτα στα Κέντρα των πόλεων.

Το κέντρο μιας πόλης δεν είναι ουδέτερο. Κι αν στην πολιτική η έννοια εκφράζει από τη μέση οδό μέχρι το «τίποτα», στον Χώρο τα πράγματα είναι διαφορετικά. Εκεί η εξουσία ασκείται σχεδόν πάντα με αποκλεισμούς.

Η κατάληψη του Κέντρου είναι μία σαφής άσκηση εξουσίας από την πλευρά εκείνου που το επιδιώκει. Και σε κάθε περίπτωση (στη Δημοκρατία) το υπό κατάληψη κέντρο παύει να είναι δημόσιος χώρος. Είναι τότε που ζητείται η επιστροφή του πολίτη και όχι του καταναλωτή, του εμπόρου ή του διαδηλωσία.

Το Κέντρο της Αθήνας βίωσε για μέρες αυτόν τον αποκλεισμό. Ομως, πολιτικά, ουδείς το επαναδιεκδίκησε ως δημόσιο χώρο παρά ως εμπορική περιοχή ή ως «αλάνα» οργής ή ως αποκατάσταση της τρωθείσης κεντρικής εξουσίας. Στο «παιχνίδι» γύρω από το Κέντρο της πόλης έχουν μείνει λίγοι παίκτες. Οσο λιγότεροι οι «παίκτες» τόσο πιο βαρετό το παιχνίδι, τόσο πιο ξένο και αδιάφορο για τους πολλούς. Και στο αθηναϊκό Κέντρο, εδώ και χρόνια «παίζουν» λίγοι.

Ενα παράδειγμα ενός άλλου «παιχνιδιού», όπου συμμετείχαν οι πολλοί προσδοκώντας τη συμμετοχή ακόμη περισσότερων αλλά κυρίως τη διασφάλιση του Κέντρου ως δημόσιου χώρου έχει να κάνει με τη διαμόρφωση του Κέντρου μιας σημαντικής πόλης της Ανατολικής Μεσογείου.

Τον Φεβρουάριο του 1846 ξεκίνησε στην Ερμούπολη της Σύρου ένα (ακόμη και σήμερα) μοναδικό στον ελλαδικό χώρο πρόγραμμα διαμόρφωσης αστικού περιβάλλοντος. Αφορούσε τον «καλλωπισμό» του Κέντρου της πόλης, αλλά η έννοια τότε (όπως σημειώνει σε έρευνά της η ιστορικός Αγγελική Φενέρλη) σήμαινε κυρίως μέτρα δημόσιας υγιεινής και αναβάθμισης των δημόσιων χώρων.

Η μοναδικότητα του προγράμματος έγκειται τόσο στους φορείς όσο και στον τρόπο χρηματοδότησης. Τα πενιχρά οικονομικά μέσα του Ελληνικού κράτους δεν επέτρεπαν την παραμικρή ελπίδα χρηματοδότησης. Τότε πήραν την κατάσταση στα χέρια τους οι αστοί της πόλης και χρηματοδότησαν τη δημιουργία μερικών από τα ωραιότερα σήμερα διατηρητέα της πόλης τα οποία διεύρυναν τα όρια και την αίγλη του κέντρου της Ερμούπολης.

«Το κύριο βάρος του εκσυγχρονισμού, σημειώνει στην έρευνά της η Αγγελική Φενέρλη, αποτέλεσε για τους εμπόρους η κατασκευή κάποιων κοινωφελών κτιρίων, όπως το Κρεοπωλείο-Ιχθυοπωλείο, το Αρτοπωλείο - Λαχανοπωλείο και η Μπούρσα (εννοείται η κατοπινή Λέσχη των εμπόρων). Σήμερα, όσα από τα κτίρια αυτά σώζονται (…) αποτελούν με το μεταγενέστερο Δημαρχείο, ίσως τα λαμπρότερα οικοδομήματα της Ερμούπολης».

Η χρηματοδότηση εξασφαλίστηκε από τον ιδιωτικό τομέα με την εγγραφή μετόχων και την έκδοση μετοχών. «Πρόκειται, σημειώνεται στην έρευνα, για μία ασυνήθιστη, τότε, πρακτική στην Ελλάδα (…) Για τη συγκέντρωση του κεφαλαίου ανοικοδόμησης εκδόθηκαν 100 μετοχές αξίας 500 δραχμών η μία. Ο χρόνος διάλυσης της εταιρείας δεν αναφέρεται ρητά, φαίνεται όμως ότι επαφιόταν στη διακριτική ευχέρεια του Δήμου να καθορίσει τον χρόνο εξαγοράς των μετοχών και έτσι απέβαινε κύριος του ακινήτου. Η αποπληρωμή των μετοχών συνδεόταν με την εκμετάλλευση των μαγαζιών και το προσδοκώμενο κέρδος από την ενοικίασή τους (…) Ολα εξελίχθηκαν ομαλά. Το κτίριο του Κρεοπωλείου ολοκληρώθηκε σε ένα χρόνο και η αποπληρωμή του κεφαλαίου έγινε σε πέντε χρόνια, το 1852».

Ηταν όλοι σ’ αυτή την προσπάθεια: Οι έμποροι, τα σωματεία, οι τοπικές εφημερίδες, ο Δήμος κι ένα ανήμπορο κράτος. Αλλά η Σύρος της πρώτης στην Ελλάδα εργατικής απεργίας, η Σύρος των «σαινσιμονιστών» κι αυτή του αστικού εκσυγχρονισμού δεν μιλούσαν κοινή γλώσσα. Διασφάλισαν όμως τον χώρο για να περιφρουρήσουν τη συμμετοχή όλων στη μάχη της δημοκρατίας.

Ευτυχώς δεν ήταν Χριστούγεννα, όπως τα φετινά οπότε και ακούσαμε τον δήμαρχο να συμβολοποιεί τον μεγαλύτερο δημόσιο χώρο της Αθήνας με τους καταναλωτές και με το χριστουγεννιάτικο δέντρο.

Το Δέντρο δεν μετατρέπει έναν χώρο σε δημόσιο. Ούτε το κάνουν μερικές ζαρτινιέρες (ξύλινες!) στους γύρω δρόμους και κάποσα λαμπιόνια. Ούτε οι εκκλήσεις του δημάρχου.

Το Κέντρο προϋποθέτει ισότητα πρόσβασης για όλους τους πολίτες. Από τη διαμαρτυρία μέχρι (και) την κατανάλωση. Προϋποθέτει ευκαιρίες που δεν βρίσκει κανείς ούτε στα τηλεπαράθυρα ούτε στα Mall.

Ιnfo

- Χρήστου Λάζου «Ελληνικό φοιτητικό κίνημα 1821-1973» Αθήνα 1987, εκδ. Γνώση.

- Εταιρεία Μελέτης Νέου Ελληνισμού (πρακτικά του β΄ διεθνούς συνεδρίου) «Η πόλη στους νεότερους χρόνους», Αθήνα 2000.

- Max Weber «Οικονομία και Κοινωνία - Η Πόλη», Αθήνα 2008, εκδ. Σαββάλας.

- Henry Lefevre «Δικαίωμα στην Πόλη», Αθήνα 2007, εκδ. Κουκίδα.

- Deborah Stevenson «Πόλεις και αστικοί πολιτισμοί», Αθήνα 2006, εκδ. Κριτική.

Friday, October 31, 2008

«Στην Ηλιούπολη… δεν πάμε πλατεία»

«Στην Ηλιούπολη… δεν πάμε πλατεία»

Η διαδρομή από την Καλαμάτα στην Ηλιούπολη είχε πολλές στάσεις. Δάφνη, Θεσσαλονίκη, μετά στο κέντρο της Αθήνας, αργότερα στα Εξάρχεια. Εδώ και 14 χρόνια ο ηθοποιός Γιώργος Γιαννόπουλος ζει στην Ηλιούπολη.

«Ζω εδώ από επιλογή. Μου αρέσει, είναι μια γειτονιά με πράσινο και πολύ κοντά στη θάλασσα. Είναι φωτεινή γειτονιά. Ηρθα εδώ ύστερα από ένα χωρισμό και δεν θέλω να αλλάξω περιοχή».

Στη γειτονιά του οι νεραντζιές κάνουν παρέλαση στα πεζοδρόμια. Οι ελιές… ανταγωνίζονται τις λεμονιές, που οι κάτοικοι φροντίζουν προσωπικά. «Καθένας έχει τα δέντρα του, ο γείτονάς μου έχει λεμονιές και τις φροντίζει. Δεν είναι για τα λεμόνια, είναι η αίσθηση πως αυτό το κάθε δέντρο είναι μέρος της ζωής του, της οικογένειάς του».

Βγαίνουμε στους δρόμους. Η εικόνα από τις πολυκατοικίες, αλλά και τις ανεγειρόμενες οικοδομές οδηγεί τη συζήτηση στο… τσιμέντο. «Εδώ μέχρι και πριν λίγο καιρό υπήρχαν μονοκατοικίες. Νοικοκυρεμένα πράγματα, με τους κήπους, τα λουλούδια, το τραπεζάκι στην αυλή. Σιγά σιγά χάνονται. Τους Ελληνες τους θέλγει το τσιμέντο, φαίνεται. Από την άλλη μεριά, υπάρχει οικονομική κρίση. Βλέπεις, ο γονιός πουλάει τη μονοκατοικία του για να μπορέσει να εξασφαλίσει το παιδί του με ένα διαμέρισμα και μια γκαρσονιέρα για τον ίδιο. Ειδικά τα τελευταία χρόνια, η έννοια της αντιπαροχής προδίδει και τα οικονομικά κάποιου ανθρώπου. Δεν είναι κανείς τρελός ούτε τόσο φιλοχρήματος ώστε να δώσει ένα ονειρεμένο σπιτάκι για να γίνει τσιμέντο. Κάποια ανάγκη υπάρχει. Βέβαια, υπάρχουν και εξαιρέσεις…».

Φτάνουμε στην κεντρική πλατεία της Ηλιούπολης. «Εδώ γίνεται χαμός» λέει ο ηθοποιός. «Υπάρχει περίπτωση να χρειαστείς τρία τέταρτα για να κάνεις το γύρο της πλατείας. Αλλά μόνο εδώ υπάρχει κυκλοφοριακό πρόβλημα. Η πλατεία είναι προς αποφυγή. Οποιος δεν το ξέρει, μπορεί να χάσει χρόνο περιμένοντας με αναμμένη μηχανή. Θα σου αναφέρω κάτι που μου έχει κάνει εντύπωση. Υπάρχει μια άλλη πλατεία, τα Κανάρια, που οι ντόπιοι τη λένε “Τράπεζα”, γιατί εκεί είναι συγκεντρωμένες όλες οι τράπεζες της περιοχής. Είναι σοφοί οι ντόπιοι - μια πλατεία μόνο με τράπεζες!».

Η γειτονιά του ηθοποιού ευτυχώς δεν είναι ακόμη τόσο πυκνοκατοικημένη. Ανάμεσα από τις πολυκατοικίες ξεφυτρώνουν ακόμη μικρές μονοκατοικίες. «Εδώ είμαστε σαν ένα μεγάλο χωριό. Γνωριζόμαστε μεταξύ μας. Λέμε “πάω έξω” και εννοούμε στην πλατεία. Οπως ακριβώς στο χωριό μας. Μου αρέσει αυτή η γειτονιά. Βλέπεις βουνό, θάλασσα. Αυτό για μένα, που είμαι χειμερινός κολυμβητής, είναι βασικό. Σε δέκα λεπτά φτάνεις στη θάλασσα. Εδώ η αίσθηση της γειτονιάς, που όλοι την έχουμε ανάγκη, είναι ισχυρή. Αφήνω τα κλειδιά στο γείτονα και δεν ανησυχώ.

Ξέρουμε ακόμη και πού αφήνει ο καθένας το αυτοκίνητό του και δεν παρκάρουμε εκεί. Υπάρχει σεβασμός, κάτι σαν μια σιωπηλή συμφωνία για τα όρια του άλλου, που έχει το δικαίωμα να θεωρεί ένα κομμάτι από το πεζοδρόμιο ή το δρόμο δικό του. Εδώ η γειτονιά είναι θεσμός και μάλιστα με ισχύ».

Στην Ηλιούπολη οι δρόμοι είναι φαρδιοί και τα πεζοδρόμια θυμίζουν ευρωπαϊκές συνοικίες. «Η πόλη σχεδιάστηκε καλά. Αν εξαιρέσεις κάποια πράγματα, είναι μια ιδανική γειτονιά. Εχουμε πράσινο, γίνεται ανακύκλωση. Ισως όχι σε τέλειο βαθμό, αλλά σίγουρα είμαστε πολύ μπροστά. Εχουμε οικολογική συνείδηση και αυτό φαίνεται. Βλέπω τους γείτονές μου να συγκεντρώνουν χωριστά τα σκουπίδια που ανακυκλώνονται. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι δεν θα μπορούσαν να γίνουν περισσότερα για την καθαριότητα ή για τους δρόμους που έχουν παντού μπαλώματα. Ομως πιστεύω ότι η μεγαλύτερη ευθύνη βαρύνει εμάς τους πολίτες. Πάω και πετάω τα σκουπίδια όπου γουστάρω ή διπλοπαρκάρω το αυτοκίνητο, όχι μόνο αδιαφορώντας, αλλά ασκώντας και κριτική με κάθε ευκαιρία στο δήμαρχο ή στην εξουσία. Γιατί, ρε φίλε…;».

Διαμαρτυρίες για το ρέμα της Πικροδάφνης

Οι αντιδράσεις των κατοίκων σταμάτησαν το μπάζωμά του

Ο Γιώργος Γιαννόπουλος μεγάλωσε στην επαρχία. Η παιδική του ηλικία είναι συνυφασμένη με την εξοχή. Θέλει να πάμε να δούμε το ρέμα της Πικροδάφνης, παραδομένο σήμερα στη μεθοδευμένη τσιμεντοποίηση, όπως λέει. «Είναι μια περίεργη ιστορία. Ακούω από παλιούς κατοίκους της περιοχής για το φοβερό αυτό ρέμα, για την ομορφιά του, για τα πουλιά που ζούσαν εδώ.

Θυμούνται ακόμη και τους ανεμόμυλους που υπήρχαν. Σήμερα είναι τραγική η κατάστασή του, έχει μπαζωθεί το μεγαλύτερο μέρος του. Μα γίνεται να μπαζώνεις κάθε σπιθαμή χώματος; Δεν ξέρω, μάλλον δεν αντέχουμε την επαφή με το χώμα, με τη γη. Τι να πω; Ακόμη και στη σημερινή του κατάσταση, μπορούν να γίνουν πολλά για να βελτιωθεί. Να γίνει μιας μορφής υδροβιότοπος, έστω με βατράχια, με ψάρια. Δεν ξέρω, δεν είμαι ειδικός, αλλά σίγουρα μπορεί να γίνει κάτι. Ας αποθηκεύουν το βρόχινο νερό με τέτοιο τρόπο που να μπορούν να φτιάξουν μια τεχνητή λιμνούλα… Αντέδρασαν πάντως οι κάτοικοι και ως ένα βαθμό έχει σταματήσει η τσιμεντοποίηση.

Ομως ακούγονται διάφορα για πλατείες, για χώρο στάθμευσης. Μέχρι πότε θα πηγαίνουμε κόντρα στη φύση και στα στοιχεία της; Φαντάσου ότι το ΥΠΕΧΩΔΕ το έχει χαρακτηρίσει ως χώρο ιδιαίτερου περιβαλλοντικού ενδιαφέροντος και παρ’ όλα αυτά έχει μπαζωθεί, η Ορνιθολογική Εταιρία έκανε λόγο για μεταναστευτικό χώρο των πουλιών και το ρέμα καταστρέφεται.

Ευτυχώς, επενέβη το ΣτΕ και σταμάτησαν κάποιες ενέργειες. Δραστηριοποιήθηκαν οι πολίτες και έδειξαν ότι ο πολίτης που δεν εφησυχάζει μπορεί να καταφέρει αρκετά»
  • Ανάσα ο Υμηττός
Μια εικόνα μαγευτική γύρω από τους τόνους τσιμέντου της Αθήνας προσφέρει ο Υμηττός το χειμώνα. Οπως λέει ο Γιώργος Γιαννόπουλος, «η γειτονιά μου είναι όμορφη, σου προφέρει πολλές δυνατότητες. Ο χειμώνας στην Ηλιούπολη είναι υπέροχος. Οταν μάλιστα χιονίζει είναι σαν να ζεις στην Ελβετία. Ο χιονισμένος Υμηττός, αλλά και τα δέντρα στους δρόμους δημιουργούν μια εικόνα μαγευτική με τόσο τσιμέντο γύρω. Αυτή η γειτονιά είναι μπροστά εδώ και χρόνια. Το πρόγραμμα «Βοήθεια στο σπίτι» εδώ πρωτολειτούργησε, άσε που έχουμε και βιολογική λαϊκή. Ας μη ζητάμε όμως τα πάντα από το δήμαρχο. Γι’ αυτό υπάρχει η γειτονιά και η δύναμη των ανθρώπων της. Μένει μόνο να ξεκουνηθούμε λίγο...».

ΚΑΡΑΔΗΜΑ ΚΑΤΕΡΙΝΑ, Ελεύθερος Τύπος, Παρασκευή, 31.10.08

Friday, September 12, 2008

ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΡΓΑ ΤΕΧΝΗΣ - ΟΥΤΟΠΙΑ 'Η ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ;


Της ΙΩΑΝΝΑΣ ΣΩΤΗΡΧΟΥ

Επεξεργασία αποβλήτων, αντιπλημμυρικά έργα, ξεχωριστοί τρόποι άρδευσης αλλά και ύδρευσης, σιτοβολώνες στη Γουόλ Στριτ, λόφοι φυτεμένοι με χιλιάδες δένδρα στη βάση μαθηματικού τύπου, δενδροφυτεύσεις λεωφόρων. Περισσότερο σαν δημόσια έργα παρά για έργα τέχνης φαντάζουν όλα τα παραπάνω. Κι όμως πρόκειται για δημόσια έργα τέχνης, για τη μετουσίωση αυτού που ήταν ουτοπία στις αρχές του περασμένου αιώνα σε απτή πραγματικότητα μέχρι το τέλος του.

«Πίσω από το έργο καλλιτεχνών που έφτιαξαν κάτι με γνώμονα το κοινωνικό συμφέρον υπήρχε ένα όραμα, το ενδιαφέρον για την κοινωνική πρόοδο και αλληλεγγύη, που το οδηγούσε ένα βαθύτερο αίσθημα αγάπης προς τον άνθρωπο» λέει στην «Ε» η εικαστικός Ελένη Πολυχρονάτου
Ισως πρόκειται για τη διαχρονική ανάγκη ορισμένων καλλιτεχνών να παρέμβουν στον κοινωνικό χώρο, μπολιάζοντάς τον με τη λαχτάρα για έναν καλύτερο κόσμο. Αυτή τη διαδρομή -από τους οραματικούς σχεδιασμούς του Τάτλιν, του Μάλεβιτς και της ομάδας του Μπαουχάουζ το 1919 που ξεκινούσαν την αλλαγή του κόσμου δημιουργώντας καλλιτεχνήματα για να ομορφύνουν την καθημερινότητα, αλλά κυρίως με ορόσημο τη ριζοσπαστική κριτική στη βιομηχανοποιημένη κοινωνία της δεκαετίας του 1960 και την αποτύπωση των κινημάτων επαγρύπνησης που ξεπήδησαν έκτοτε σε αντιεμπορικά έργα μεγάλης κλίμακας που υποδαύλισαν τον προβληματισμό για το φυσικό περιβάλλον και την ποιότητα ζωής στον αστικό χώρο- διηγείται η διατριβή της εικαστικού Ελένης Πολυχρονάτου «Έργα τέχνης μεγάλης κλίμακας στον αστικό και φυσικό χώρο από τη δεκαετία του '60 έως τον 21ο αιώνα» για την Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών, της οποίας η δημοσίευση εκκρεμεί.

Ο ακτιβισμός ή μάλλον η κοινωνική παρέμβαση ως μια εκ των καλών τεχνών θα μπορούσαμε να συνοψίσουμε δημοσιογραφικά την έρευνα που ξεπερνά τις 500 σελίδες, και αποτελεί το αντικείμενο της συζήτησής μας.
  • Γιατί επιλέξατε αυτό το θέμα;
«Με ενδιέφερε ο κοινωνικός χαρακτήρας του καλλιτέχνη και ερεύνησα παραμέτρους που αυτός μπορεί να υλοποιηθεί. Η μελέτη μου με την ιδιότητα του καλλιτέχνη πρωτίστως και όχι του ιστορικού τέχνης δείχνει πώς μπορεί ένας καλλιτέχνης να είναι παρών στο κοινωνικό σύνολο, πώς μπορούν να εφαρμοστούν έργα που αφορούν το ευρύ κοινό και πώς αυτές οι ανησυχίες που έχουν απασχολήσει τους καλλιτέχνες από την αρχή του 20ού αιώνα έχουν πραγματοποιηθεί τις τελευταίες δεκαετίες στην Ευρώπη και την Αμερική».
Για να μας κατατοπίσει στο πολύμορφο ταξίδι από το τελάρο στον χώρο, τη σχέση της αρχιτεκτονικής με τις άλλες τέχνες και τις επιστήμες με γνώμονα την ιδεολογία της λειτουργικότητας, μας δίνει παραδείγματα έργων που αντανακλούν την τέχνη ως μορφή κοινωνικής παρέμβασης.
Το 1982, η Agnes Denes διαμόρφωσε ένα χωράφι με σιτάρι στο εμπορικό κέντρο του κόσμου: ένα τετράγωνο μακριά απ' τη Wall Street, με θέα το Αγαλμα της Ελευθερίας. Το έργο της, σχόλιο στην παγκόσμια πείνα, υπενθύμιζε ότι στο ταπεινό χώμα οφείλεται η βλάστηση, το ουσιαστικό μέσο διατήρησης της ζωής
  • Μπορεί να συμβάλλει ακόμη και στη μείωση των ανισοτήτων;
«Το 1976 ο Isamu Noguchi έφτιαξε την πλατεία Hart Plaza στο Ντιτρόιτ των ΗΠΑ, η οποία χαρακτηρίστηκε τεχνολογικό θαύμα: το συντριβάνι εναλλάσσει μια ανεξάντλητη ποικιλία μοτίβων από την ψιλή βροχή έως τους ορμητικούς καταρράκτες που μαζί με τα υλικά κατασκευής (γυαλιστερό ατσάλι, αλουμίνιο και υπολογιστής που ρυθμίζει τη ροή) δίνουν μια μαγική ατμόσφαιρα στο περιβάλλον και ταξιδεύουν τον θεατή σ' έναν φανταστικό χώρο, κάτι που συμβαίνει σε μια δημόσια πλατεία και όχι σε ένα ιδιωτικό πάρκο. Και υμνήθηκε ακριβώς επειδή είχε πρόσβαση από όλα τα κοινωνικά στρώματα και συνέβαλε στην άρση κάθε πολιτιστικής και κοινωνικής ανισότητας».

Αναφέρει ακόμη και το «σχέδιο για όχημα του αστέγου» που παρουσίασε το 1988 στη Νέα Υόρκη ο Krzysztof Wodiczko.
  • Ποιες άλλες μορφές μπορούν να πάρουν τα έργα με κοινωνικό χαρακτήρα;
«Πολλά ενσωματώνουν την οικολογική παράμετρο. Το 1992, η Ελληνίδα Αθηνά Τάχα έφτιαξε στη Φιλαδέλφεια της Αμερικής ένα από τα πρώτα πάρκα παγκοσμίως που έχουν σχεδιαστεί από καλλιτέχνη σαν ένα περιβαλλοντικό γλυπτό σε ένα ολόκληρο οικοδομικό τετράγωνο: με στοιχεία από τους βραχόκηπους δημιούργησε ένα μοναδικό μοντέλο πάρκου με πολυετή και χαμηλού κόστους φυτά και δέντρα τα οποία αποδίδουν όλο τον χρόνο ποικιλία χρώματος, ενώ οι υπερυψωμένοι κήποι σχηματίζουν έναν πυραμοειδή λόφο. Έλαβε επίσης υπόψη της τις ανάγκες των ανθρώπων από τις γύρω περιοχές οι οποίοι ήταν χαμηλόμισθοι, συνταξιούχοι, οικογένειες με παιδιά και άνθρωποι που περπατούσαν για να πάνε στη δουλειά τους».
Μας μιλά ακόμη για μία περίπτωση Ελληνα καλλιτέχνη: το 1971 στη Βαλένσια της Γαλλίας ο Φιλόλαος έφτιαξε δύο υδατοδεξαμενές γλυπτά που υδροδοτούν την πόλη, υπογραμμίζοντας τη λειτουργικότητα του δημόσιου έργου τέχνης στο αστικό τοπίο.

Ο J. Beuys στην πενταετούς διάρκειας φύτευση 7.000 βελανιδιών στα εγκαίνια της 7ης Documenta το 1982. Το έργο που άλλαξε τη φυσική κατάσταση και εικόνα της περιοχής, τελείωσε μετά τον θάνατό του
Αρκετοί καλλιτέχνες ασχολούνται με τις δεντροφυτεύσεις με στόχο την ευαισθητοποίηση γύρω από το θέμα του πρασίνου:

* Οπως ο Joseph Beuys, ιδρυτικό στέλεχος του κόμματος των Πρασίνων, ο οποίος επιδίωξε να παρέμβει στη φύση και στην κοινωνία για να αποκαταστήσει την κατεστραμμένη σχέση τους. Το 1982 σε μία από τις μεγαλύτερες εικαστικές διοργανώσεις, την 7η Ντοκουμέντα, στο Κάσελ της Γερμανίας, ξεκινάει την πενταετή δεντροφύτευση 7.000 βελανιδιών: το τελευταίο δέντρο φυτεύτηκε από τον γιο του 18 μήνες μετά τον θάνατό του. Η δεντροφύτευση αποτέλεσε πνεύμονα οξυγόνου αλλάζοντας τη φυσική κατάσταση, την εικόνα και τη χρωματικότητα όλης της περιοχής. Αυτή τη δράση τοποθετεί ως εφαλτήριο η συνομιλήτριά μας καθώς τη διαδέχτηκαν και άλλες δεντροφυτεύσεις σε μεγάλη κλίμακα από καλλιτέχνες.

Η λεωφόρος Μάρτιν Λούθερ Κινγκ το 1990 πριν τη δενδροφύτευση
* Το 1990, στο Λος Αντζελες, ο Andy Lipkis με το πρότζεκτ «Tree People» παρακίνησε τους κατοίκους μιας υποβαθμισμένης κοινότητας να φυτέψουν δέντρα κατά μήκος της μεγάλης λεωφόρου Μάρτιν Λούθερ Κινγκ: ανταποκρίθηκαν 3.000 άνθρωποι διαφορετικής φυλετικής και κοινωνικής προέλευσης, ώστε σε τρεις ώρες η φύτευση 400 δέντρων μεταμόρφωσε την όψη του δρόμου, που περνά από οικονομικά και αισθητικά υποβαθμισμένες γειτονιές, σε μήκος επτά μιλίων.

Ο Andy Lipkis, πρόεδρος της οργάνωσης «Tree People» που ίδρυσε, στον ίδιο δρόμο, 18 χρόνια αργότερα
* Στη Φινλανδία, το 1992, με το «Tree Mountain» της Agnes Denes που ολοκληρώθηκε το 1996, φυτεύτηκαν σε μία έκταση μήκους 2,4 χιλιομέτρων και πλάτους 24,2 χλμ. 10.000 δέντρα βάσει ενός σχεδίου που προέκυψε από έναν μαθηματικό τύπο. Επειδή τείνουν να εξαφανιστούν, επέλεξε τα ασημένια έλατα, που έχουν ζωή μέχρι 4 αιώνες ώστε να δημιουργήσει ένα ζωντανό έργο, «ένα δώρο για τις μελλοντικές γενιές».
  • Πότε το όραμα αρχίζει να γίνεται πράξη;
«Ορόσημο θεωρείται μάλλον η δεκαετία του '60. Σημαντικό ρόλο έπαιξε το βιβλίο της Κάρσον το 1962 "Σιωπηλή Ανοιξη", που επιχειρούσε να αφυπνίσει την ανθρώπινη συνείδηση και καταδίκαζε την εξάντληση των φυσικών πόρων του πλανήτη, συμβάλλοντας στην έκρηξη του περιβαλλοντικού κινήματος το οποίο την επόμενη δεκαετία ώθησε τους καλλιτέχνες να στραφούν στην ανάπλαση κατεστραμμένων εδαφών. Ετσι, ο Robert Morris εκμεταλλευόμενος έναν νόμο των ΗΠΑ περί αποκατάστασης των χώρων στα πρώην λατομεία/μεταλλεία, ξεκινά τη δεκαετία του '70 να επαναφέρει τη βλάστηση σε χώρους που είχαν καταστραφεί. Το ζήτημα που είχε τότε τεθεί ήταν μήπως συγκαλύπτουν τους πολιτικούς που δεν διαχειρίστηκαν σωστά τους φυσικούς πόρους».

Πώς το αντιμετώπισαν;

«Παρά τις αντιρρήσεις, πρέπει η ζωή να συνεχίσει να προχωράει και να προσπαθούμε να κάνουμε τον κόσμο καλύτερο».
Το όραμα του Hundertwasser για πράσινες οροφές υλοποιημένο σε σπίτια που σχεδίασε στη Βιέννη
  • Ποια είναι η συνέχεια στον 21ο αιώνα;
«Ενας σημαντικός καλλιτέχνης, ο Hundertwasser, που μετέτρεψε ένα θλιβερό εργοστάσιο επεξεργασίας αποβλήτων σε ένα έργο τέχνης τεραστίων διαστάσεων (1988-1992) στην Αυστρία, είχε ήδη από το 1974 προτείνει ότι "οτιδήποτε οριζόντιο κάτω από τον ουρανό ανήκει στη φύση συμπεριλαμβανομένων των δρόμων και των οροφών"».
  • Υπάρχει κάποιο συμπέρασμα από αυτή την έρευνα που διήρκεσε επτά χρόνια;
«Πίσω από το έργο αυτών των καλλιτεχνών που έφτιαξαν κάτι με γνώμονα το κοινωνικό συμφέρον, υπήρχε ένα όραμα, το ενδιαφέρον για την κοινωνική πρόοδο και την αλληλεγγύη, που το οδηγούσε ένα βαθύτερο αίσθημα αγάπης προς τον άνθρωπο». *
**Η Ελένη Πολυχρονάτου σπούδασε ζωγραφική και γλυπτική με υποτροφία στην ΑΣΚΤ και η διατριβή της είναι μία από τις πέντε που έχουν εγκριθεί στην σχεδόν ενός αιώνα ιστορία του ιδρύματος. Από το 2005 είναι διδάσκουσα στην ΑΣΚΤ, με γνωστικό αντικείμενο την τέχνη στο περιβάλλον. Εχει παρουσιάσει το ζωγραφικό και γλυπτικό της έργο σε πλήθος εκθέσεων και έχει συνδέσει την καλλιτεχνική της δημιουργία με τον κοινωνικό προβληματισμό μέσω της συμμετοχής της σε ποικίλες δράσεις.


Μόνο με τη συμβολή της Πολιτείας

Θεωρώντας ότι η ένταξη της καλλιτεχνικής δημιουργίας στον δημόσιο χώρο αποτελεί κοινωνική ανάγκη, αλλά και ότι οι σχετικές πρωτοβουλίες των καλλιτεχνών δεν μπορούν να τελεσφορήσουν χωρίς την υποστήριξη της Πολιτείας και των τοπικών αρχών, η Πολυχρονάτου διερευνά και αξιολογεί το ειδικό θεσμικό πλαίσιο που ισχύει σε ορισμένες ευρωπαϊκές χώρες και στις ΗΠΑ, σημειώνει η εισηγητική επιτροπή την οποία αποτελούν ο ζωγράφος Δημήτρης Μυταράς, η ιστορικός Ναυσικά Πανσελήνου και ο αρχιτέκτονας Σάββας Κονταράτος, «το σχετικό κεφάλαιο της εργασίας της εκτιμάται ως χρήσιμη κατάθεση εν όψει συναφών προβληματισμών και αιτημάτων που έχουν διατυπωθεί και στη χώρα μας».

Ακόμη, στην εργασία αυτή εντάσσονται καλλιτέχνες και καλλιτέχνιδες από την Ελλάδα που είτε ζουν στο εξωτερικό είτε εργάζονται στον τόπο μας, στην τελευταία περίπτωση υπό σαφώς δυσμενέστερες συνθήκες. Επίσης η εισηγητική επιτροπή την αποτιμά ως μια «αξιόλογη εισφορά στην ελληνόγλωσση βιβλιογραφία για τη σύγχρονη τέχνη».

ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ - 12/09/2008